Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

In memoriam


Λένε ότι κάθε αποχαιρετισμός είναι κι ένας μικρός θάνατος. Και κάθε καλωσόρισμα, μια νέα αρχή. Η αρχή μιας νέας ζωής. Μιας ζωής γεμάτης «αύριο». Αύριο γεμάτα ελπίδες. Ελπίδες και προοπτικές. Προοπτικές για νέα πράγματα, νέα μέρη και νέες γνωριμίες. Γνωριμίες που κάποτε θα γίνουν αποχαιρετισμοί. Και, με τη σειρά τους, μικροί θάνατοι.

Πόσους θανάτους μπορεί ν’ αντέξει ο άνθρωπος; Πόσο πένθος; Πόσες πικρές αναμνήσεις; Πόσα «χθες»; Να λοιπόν τι σημαίνει να μεγαλώνεις. Να μετράς τα χρόνια σου, αντί να ζεις τις μέρες σου. Και τα χρόνια να τα μετράς -όχι με αριθμούς. Αλλά με πληγές.

Χθες έκλεισαν δύο χρόνια. Δυο χρόνια χωρίς εσένα. Εσένα που μου ‘μαθες να αγαπάω. Που μου χάρισες το ωραιότερο καλοκαίρι της ζωής μου. Που μου’ δωσες πίσω τη χαρά μου. Για λίγο. Και την ξαναπήρες, πριν καν έρθει ο χειμώνας. Ένας χειμώνας που τα χιόνια του δεν έχουν λιώσει ακόμα στην καρδιά μου. Την καρδιά μου που έγινε κομμάτια –ξανά. Τι κι αν τα μάζεψα και συνέχισα; Κάτι λείπει. Κάτι -πάντα- λείπει. Κάθε φορά. Όσο προσεκτικά κι αν κολλήσεις τα θρύψαλα.

Οι παλιές αγάπες, μπορεί να πηγαίνουν στον Παράδεισο, αλλά παίρνουν και κάτι από σένα μαζί.

Και να ‘μαι τώρα με λειψή καρδιά. Ελαττωματικό προϊόν. Ούτε αυτό δεν έχω πια να προσφέρω ολόκληρο. Σε σκέφτομαι πολύ τελευταία. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί και τότε, εγώ ερχόμουν πάλι Τουρκία. Ίσως γιατί πριν φύγω, πήγα στο Πήλιο. Εκεί που περάσαμε τις πρώτες -και τελευταίες- διακοπές μας. Στην ίδια παραλία. Εκεί που φιλιόμασταν κάθε βράδυ ως το χάραμα, γιατί ο χρόνος μας τελείωνε. Ο χρόνος που μέτραγε αντίστροφα ο ξερός, αμείλικτος ήχος της άμμου στην κλεψύδρα. Κρακρακρακρακρακρακ…

Ή –ίσως- γιατί χθες ήταν 19 Ιουλίου. Η επέτειος ενός ακόμα μικρού θανάτου. Η επέτειός μας.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2009

Izmir'i dinliyorum


Αεράκι. Ευλογημένο, Αιγαιοπελαγίτικο αεράκι. Δροσερές ανάσες τρυπώνουν μέσα από τα καλντερίμια που βγάζουν στην προκυμαία και σου χαϊδεύουν το μέτωπο. Στέκομαι ακίνητος με το κεφάλι στραμμένο στον ουρανό, τα μάτια κλειστά κι αφήνω την αύρα να μου στεγνώσει τον ιδρώτα. önce hafif bir rüsğar esiyor, yavaş yavaş sallanıyor yapraklar ağaçlarda. «Ένα ανεπαίσθητο αεράκι φυσάει κι αργοσαλεύει τα φύλλα στα δέντρα».

Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα που έχω διαβάσει στα τουρκικά. Ένα από τα ωραιότερα, σε οποιαδήποτε γλώσσα. Γεμάτο εικόνες, ήχους, χρώματα κι αρώματα μιας Πόλης που κάπου υπάρχει ακόμα, κρυμμένη πίσω από τα τουριστομάγαζα της Ιστικλάλ και τα εμπορικά κέντρα του Λεβέντ. Δέκα μέρες κι όμως μου λείπει κιόλας. Η Σμύρνη μοιάζει επαρχιώτισσα σε σύγκριση. Επαρχιώτισσα στολισμένη για το νυφοπάζαρο του Κορντόν.

Σαββατόβραδο στο Αλσαντζάκ. Ψημένα όλη μέρα απ’ τον ήλιο τα πλακόστρωτα, τώρα μοιάζουν ν’ αχνίζουν στη βραδινή υγρασία. Όλα μοιάζουν θαμπά, μαραμένα από μια ζέστη που σε παραλύει, σε εξαντλεί, σε στεγνώνει… Ο ουρανός θολός, τ’ αστέρια αχνά, οι φοίνικες που θυμίζουν μάλλον Φάληρο, παρά Φλόριντα παραιτημένοι, με γερμένα κλαδιά και ξεραμένα φύλλα.

Βρίσκω καταφύγιο σ’ ένα μπαράκι με τεράστιους ανεμιστήρες στην οροφή. Παραγγέλνω ένα κρασί «σογούκ ολούρ» τονίζω, «κρύο», και μου φέρνουν ένα παγωμένο ποτήρι με ζεστό κρασί. Πίνω δυο γουλιές, για να μην κακοκαρδίσω τον σερβιτόρο που έχει διάθεση για κουβέντα και στέκεται πάνω από το κεφάλι μου. Ξαφνικά θέλω να φύγω. Να πάρω τους δρόμους, να περπατήσω, να χαθώ στα στενά, ο,τιδήποτε -αρκεί να μην είμαι εδώ.

Δεν με χωράει ο τόπος απόψε. Δεν ξέρω τι θέλω, δεν ξέρω πού να το βρω, δεν ξέρω από ποιον να το ζητήσω. Βγαίνω στο Κορντόν. Εδώ που μαζεύεται όλη η πιτσιρικαρία της Σμύρνης και κάνει κατάληψη στις αλέες με το γκαζόν. Οι μεγαλύτεροι τη βγάζουν στα παγκάκια, με τον καύσωνα. Και κάποιοι –πάντα- ψαρεύουν. Σ' όλες τις μεγαλουπόλεις της Τουρκίας που είναι κοντά σε νερό, κάποιοι πάντα ψαρεύουν. (Τι; Μπουκάλια; Γαλότσες;).

Μπαίνω μες το πλήθος κι εγώ. Χαμένος στην ανωνυμία του Σαββατόβραδου. Ντόπιοι, ξένοι, τουρίστες, νοικοκυραίοι και πραματευτάδες βολτάρουμε στην πρασιά, δίπλα στην προκυμαία. Για πρώτη φορά από τότε που ήρθα στη Σμύρνη, νιώθω ήρεμος. Μέσα στην πολυκοσμία και το καλαμπαλίκι. Νιώθω ότι ανήκω. Κι αυτό το αεράκι. Το ευλογημένο, Αιγαιοπελαγίτικο αεράκι. Που σβήνει τις σκέψεις μου, όπως σβήνει τα ίχνη του ιδρώτα στο πουκάμισό μου. Κι ανακουφίζει τη μοναξιά μου, όπως ανακουφίζει τη ράθυμη πόλη από τη λαύρα της Ιουλιάτικης μέρας.
önce, hafif bir rüsğar esiyor...

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

...πόσα τάλιρα γυρεύεις, στον Περαία να με πας;

Το διαμέρισμα είναι στον δεύτερο όροφο. Χωρίς ασανσέρ (όχι που θα είχε). Πάλι καλά, να λες. Στην Κωνσταντινούπολη, το πρώτο διαμέρισμα που έμενα ήταν στον τέταρτο και με μια καραβόσκαλα που για να χωρέσουν δύο, ο ένας έπρεπε να κρεμαστεί από την κουπαστή. Δεν είναι άσχημο, για εργένικο σπίτι. Ο νέος μου συγκάτοικος, μου λέει να βγάλω τα παπούτσια (το πρώτο πράγμα που κάνεις όταν μπαίνεις σ’ ένα τούρκικο σπίτι) και με πάει στο δωμάτιό μου.

Κάνω ν’ ανοίξω την μπαλκονόπορτα και μια μαύρη χνουδωτή μπάλα πηδάει πάνω μου. Ο φύλακας του σπιτιού. Θα μου πεις, τι σόι κτηνίατρος θα ήταν, αν δεν είχε κατοικίδιο; Όχι ότι έχω πρόβλημα. Κάθε άλλο. Τα πάω εξαιρετικά καλά με τα ζώα. Με τα ζώα και τα παιδιά. (Ή μάλλον, τα παιδιά τα πάνε εξαιρετικά καλά μαζί μου. Εγώ διατηρώ τις επιφυλάξεις μου). Απόδειξη ότι το γκριφόν ανεβαίνει στην αγκαλιά μου, βάζει το κεφαλάκι του κάτω από το χέρι μου και κουρνιάζει.

«Τσίτσο, βγες έξω!» τον μαλώνει ο Λούτφι. Αδιαφορία, ο Τσίτσος. «Τσίτσο, κατέβα κάτω!». Τον Κινέζο, ο Τσίτσος. «Κάτω, είπα!». Και δυο αυγά Τουρκίας, ο Τσίτσος. Άμα το ‘χουνε περιορισμένο στη βεράντα, τι να σου κάνει το ζωντανό; Βρήκε ευκαιρία να τρυπώσει μέσα, σιγά μην την άφηνε. (Περίεργο όμως. Το όνομα, εννοώ. Τσίτσο, με φώναζε ο πατέρας μου μικρό. Μια από τις σπάνες εκδηλώσεις τρυφερότητας μεταξύ μας. Από τότε είχα να τ’ ακούσω). Ίσως γι’ αυτό έσφιξα δυνατότερα το σκυλάκι πάνω μου. Έβγαλε μια πνιχτή φωνούλα διαμαρτυρίας, αλλά δεν κουνήθηκε. Κατάλαβε φαίνεται ότι είμαι με το μέρος του. Το γλίτωσες το μπαλκόνι απόψε, Τσίτσο.

Καθόμαστε στη μπροστινή βεράντα για φαγητό. Ο Λούτφι μου δείχνει όλο καμάρι τη θέα. Όλη η Σμύρνη πιάτο. Μακρινό πιάτο. Ιπτάμενος δίσκος, πες καλύτερα. Όσο κοιτάζω τα φώτα της πόλης, τόσο με ζώνουνε τα φίδια. Πώς θα κυκλοφορώ εγώ; Πώς θα φεύγω τα πρωινά –ακόμα χειρότερα, πώς θα γυρίζω τα βράδια εδώ, στην εξορία του Αδάμ; Ό,τι απλούστερο, σύμφωνα με τον Λούτφι. Τον κτηνίατρο που τα παράτησε και δουλεύει dj στο ραδιόφωνο. Πρόκοψε κι αυτός.

«Τα πρωινά θα σε κατεβάζω εγώ μέχρι το κέντρο του Μπουρνόβα». Μάλιστα. "Από κει θα παίρνεις το λεωφορείο ή το τραίνο μέχρι το Κονάκ». Έστω. «Κι από κει, ένα άλλο λεωφορείο ή κάνα τέταρτο με τα πόδια». Εδώ δίπλα, δηλαδή. Καλά όλα αυτά, αλλά τα βράδια, πώς θα γυρίζω; «Έλα μωρέ, από το κέντρο του Μπουρνόβα, τι είναι το σπίτι; Άντε είκοσι λεπτά περπάτημα». Στις ερημιές, ξαναλέω. Στου Χάροντα τα μαρμαρένια αλώνια. Κει που συνδυό δεν κάθονται, συντρείς δεν κουβεντιάζουν.

Και δεν μου λες, ρε κουμπάρε, έτσι για να ‘χουμε καλό ρώτημα... Πες ότι μια μέρα θέλω να φύγω νωρίτερα ή αργότερα ή να γυρίσω μετά τις 12 το βράδυ, τι γίνεται; Πες ότι ξεμένω από τσιγάρα, καφέ, οδοντόκρεμα, απ’ ό,τι μπορεί να ξεμείνει ένας άνθρωπος τέλος πάντων… Τι θα κάνω; Εδώ πέρα που με κουβάλησες, μόνο να βγω στα ρουμάνια να μαζεύω βότανα και μπουγιούμια μου μένει. Σαν τις μάγισσες της Σμύρνης. Ταξί, ξέχνα το. Εκεί πάνω δεν πέρναγε μήτε πουλί πετούμενο.

Αδιέξοδο. Τσίκμαζ. Καθόμαστε να φάμε, αλλά τι να φάω, που τρωγόμουν με τα ρούχα μου; Το φαΐ το τάιζα λίγο-λίγο στον Τσίτσο. Μπαϊράμι έκανε ο γκριφόν.

-Ξέρεις, Λούτφι…
-Μμμμμ; (Όταν τρώμε δεν μιλάμε).
-Εγώ παλιά στην Αθήνα, έμενα στα προάστια.
-Μμμμμ; (Σκασίλα μου).
-Κι επειδή δεν άντεχα την απόσταση, μετακόμισα στο κέντρο.
-Μμμμμ. (Ας πρόσεχες, τι με κόφτει εμένα;).
-Κέντρο, καρά-κέντρο λέμε τώρα.
-Μμμμμ! (Τα ‘παμε αυτά, παρακάτω).
-Και το σπίτι σου, το φανταζόμουν… πώς να στο πω; Κάπως πιο κεντρικό.
-Μμμμμ; (Δεν φταις εσύ, η φαντασία σου τα φταίει).
-Δεν νομίζω ότι μπορώ να μείνω εδώ, τελικά.
-ΜΜΜ;

Επιτέλους, παράτησε το πιάτο του και γύρισε να με κοιτάξει. Λένε ότι όλοι έχουμε έστω ένα ωραίο χαρακτηριστικό πάνω μας. Στον Λούτφι είναι τα μάτια του. Μάτια μεγάλα, στρογγυλά, ανοιχτοπράσινα. Μείναμε έτσι αμίλητοι κάμποση ώρα. Εκείνος να μασάει αργά την τελευταία του μπουκιά κι εγώ να ξεψαχνίζω το κοτόπουλο, μην πνιγεί ο Τσίτσος με κάνα κόκκαλο.

«Αύριο πρωί θα ψάξω για άλλο σπίτι. Κάπου στο κέντρο. Για να μπορώ να κυκλοφορώ άνετα. Όπου θέλω, όποτε θέλω κι ό,τι ώρα θέλω. Με τα πόδια, αν γίνεται. Εδώ πάνω, χωρίς αυτοκίνητο, είσαι ανάπηρος. Κι εγώ ντεν έκω αυτοκίνητο, καρντιά μου. Ταμάμ μι;».

Ταμάμ στα μούτρα σου, θα σκέφτηκε, αλλά τι να πει; Κατάπιε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Μπόιλε ιστέρσεν, ταμάμ». Αφού έτσι θες, εντάξει. Άντε πάλι στους δρόμους από αύριο. Το ‘χει η μοίρα μου φαίνεται. Τραβάει ο οργανισμός μου την ταλαιπωρία, δεν εξηγείται αλλιώς. Πάω για ύπνο. Πρώτο και τελευταίο βράδυ στον Μπουρνόβα. Βαποράκι του Μπουρνόβα και καρότσα της στεριάς, πόσα τάλιρα γυρεύεις στον Περαία να με πας; Ας μην είναι στον Περαία. Και μέχρι το Αλσαντζάκ, βολεύομαι.

Βαποράκι του Μπουρνόβα και καρότσα της στεριάς

Μπαίνοντας στη Μαγνησία –Μανίσα τη λένε εδώ- το τοπίο αλλάζει. Οι χαμηλοί λόφοι γίνονται βουνά και τα πουρνάρια δίνουν τη θέση τους στα πεύκα. Μαζί με το τοπίο, άλλαξε κι ο καιρός. Πήρε να δροσίζει και συννέφιασε. Πάνω στη βουνοκορφή άρχισαν να πέφτουν κι οι πρώτες ψιχάλες. Κρίμα που δεν ανοίγει το παράθυρο, να μυρίσω το βρεγμένο χώμα. Τη λατρεύω αυτή τη μυρωδιά. Μαζί με το φρεσκοκουρεμένο γκαζόν και τα ξυσμένα μολύβια.

Και μου πάει η βροχή. Πολύ. Η συννεφιά, ο αέρας, τα αστραπόβροντα. Τρελαίνομαι για τις καλοκαιρινές καταιγίδες, που η φύση ξεσπάει όλη της τη μανία μονομιάς, λες και ξέρει ότι δεν προλαβαίνει. Πρέπει να εξαντλήσει το ρεπερτόριό της, πριν ξαναβγεί ο ήλιος. Πού τέτοια τύχη σήμερα… Ψιχαλίζει για κάνα μισάωρο, ίσα-ίσα για να γλιτσιάσει ο δρόμος και να πάει ακόμα πιο αργά το λεωφορείο, που αγκομαχάει στις ανηφοριές του βουνού με το παράξενο όνομα Σπιλ. (Σιπίλ το προφέρουν οι ντόπιοι. Κατά το σιπόρ, φιλίμ, κουλούμπ. Κάτι παθαίνουν με τα διπλά σύμφωνα οι Τούρκοι. Δεν μπορούν να τα προφέρουν μαζί και βάζουν ένα «ι» στη μέση για να διευκολύνουν τη γλώσσα τους).

Κατηφορίζουμε πια για τη Σμύρνη. Μια-μιάμιση ώρα δρόμος το πολύ. Μεγάλη χώρα. Σε διαλύουν οι αποστάσεις. Την τελευταία φορά είχα έρθει από τη Χίο, με βαπόρι. Έμεινα ένα Σαββατοκύριακο όλο κι όλο και δεν θυμάμαι σπουδαία πράγματα. Τώρα θα μείνω κάμποσο –έτσι λέω τουλάχιστον. Μπορεί να τα μαζέψω και να φύγω σε δυο μέρες πάλι. Μπακαλίμ. Θα δούμε. Φυσάει στο τέρμα των λεωφορείων. Μια τεράστια αλάνα που παρκάρουν τα λεωφορεία, με βενζινάδικο, καφετέρια και διανυκτερεύοντα υπάλληλο, παρακαλώ. Ο αέρας σέρνει τα τενεκεδάκια των αναψυκτικών στο τσιμέντο και κάνει τα σκουπίδια να στροβιλίζονται στις γωνιές, σαν δερβίσηδες.

Ερημιά τέτοια ώρα. Εγώ κι ο διανυκτερεύων υπάλληλος. Που με κοιτάει μάλλον ύποπτα, γιατί αντί να πάω στην πιάτσα να πάρω ταξί, όπως κάθε ταξιδιώτης που σέβεται τον εαυτό του, θρονιάστηκα στην καφετέρια και παράγγειλα τοστ. Περιμένω. Τον Λούτφι, να έρθει να με μαζέψει. Δεν τον ξέρω. Για την ακρίβεια, δεν τον έχω δει ποτέ. Μας έφεραν σε επαφή από το πανεπιστήμιο, επειδή εγώ έψαχνα σπίτι κι αυτός συγκάτοικο.

Περιμένω. Περιμένω πολύ. Κάπου μιάμιση ώρα. Άφαντος ο Λούτφι. Μου είχε πει «θ’ αργήσω λίγο, αλλά θα ‘ρθω». Το καλό που σου θέλω. Και δεν απαντάει στο τηλέφωνο, τρομάρα του. Ο διανυκτερεύων σε λίγο θα με πετάξει έξω. Χτυπάει το κινητό. «Σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί». Κάνω τους υπολογισμούς μου. Πριν μιάμιση ώρα μου είπε σε 20 λεπτά, άρα στα 20 λεπτά, 90 καθυστέρηση, στα 5 πόσο; Το Χ ισούται με τον υπεράνω αυτού αριθμό, επί το κλάσμα αντεστραμμένο. Χ=90 x 5/20.

Μέχρι να τελειώσω την απλή μέθοδο των τριών, ακούω μια φωνή πάνω από τον ώμο μου. «Μέρχαμπα» Γυρνάω και βλέπω ένα καλικαντζαράκι. Κυριολεκτικά. Πώς ήταν εκείνο το ξωτικό, στον Χάρι Πότερ και… Τα μυστικά του βάλτου; Τα μυστικά της Κοντέσας Βαλέραινας; Κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Φτυστός, όμως. (Είναι αυτό που λες στον άλλον «Μου θυμίζεις κάποιον από μια ταινία». Και πάνω που πάει να χαρεί ότι μοιάζει με σταρ του Χόλυγουντ, συμπληρώνεις «Α, ναι μωρέ, το γκόλουμ»).

Δεν βαριέσαι, όμορφος, άσχημος, δεν θα τον παντρευτώ κιόλας. Σηκώνομαι να τον χαιρετίσω και τον χάνω απ’ το οπτικό μου πεδίο. Διότι, το… παιδίον, είπε να με βοηθήσει με τις βαλίτσες. Και πήγε να σηκώσει τη μια. Η οποία έπεσε και τον πλάκωσε. «Άστο ρε καρντάση, μην πάθεις καμιά κήλη και σου ρίχνω μετά βεντούζες να ισιώσεις». «Όχι μπορώ». «Τι μπορείς ρε κιρκιντζέ, που η βαλίτσα είναι μεγαλύτερη από το μπόι σου;».

Τίποτε ο Λούτφι. Το πήρε πατριωτικά. Ζαλώνεται το σακ βουαγιάζ, γιατί την τροχήλατη δεν μπορούσε ούτε να τη σπρώξει κι ήταν τόσο αστείος, που μέχρι κι ο διανυκτερεύων βγήκε από το γκισέ του να μας χαζέψει. Δυο ποδαράκια, ένας σάκος κι από πάνω ένα κεφάλι με πεταχτά τσουλούφια και κάτι τεράστια αυτιά, σαν το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ.

Με τα πολλά, μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και ξεκινάμε. Τα φώτα της Σμύρνης αριστερά μας, κάτω από τον αυτοκινητόδρομο. Δεξιά, το χάος και το μαύρο σκοτάδι. Και φυσικά, στρίβουμε δεξιά. Όσο έβλεπα τον πολιτισμό να απομακρύνεται, τόσο δαγκωνόμουν. «Κατά πού πηγαίνουμε, πατριώτη;». «Στη Μπόρνοβα». «Και κατά πού πέφτει αυτή η Μπόρνοβα;». «Λίγο έξω από τη Σμύρνη».

Λίγο έξω από τη Σμύρνη, ήταν ο σταθμός των λεωφορείων. Πόσο πιο έξω, δηλαδή; Του διαόλου τη μάνα, την ξέρεις; Ε, ακόμα παραπέρα. Δρόμο παίρνουμε, δρόμο αφήνουμε, πιάνουμε κάτι ανηφόρες, κάτι κατηφόρες, μπαίνουμε σε κάτι ερημιές που ούτε αδέσποτα δεν έβλεπες –διότι τι να κάνει το αδέσποτο στην ερημιά; Ποιος θα το ταΐσει; Σκοτάδι πήχτρα στο μεταξύ. Μωρέ, πού με πάει τούτος; «Ρε παλικάρι, γιατί πήραμε τα όρη, τα άγρια βουνά;». «Τώρα, φτάνουμε». «Πού; Στο Αφιόν Καραχισάρ;». «Όχι, σπίτι μου». «Μπα, έχει και σπίτια εδώ πάνω; Γιατί εγώ περίμενα σπηλιές κι αρκούδες».

Είχε. Το εξής ένα. Του Λούτφι. Και δικό μου, για όσο θα έμενα στη Σμύρνη. (Άσχετο. Το τραγούδι, γιατί μιλάει για βαποράκια του Μπουρνόβα, αφού ο Μπουρνόβας είναι στα βουνά; Εκτός αν εννοεί άλλα βαποράκια. Από το Αφιόν Καραχισάρ, που λέγαμε;).

Η συνέχεια στο επόμενο...

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

Ηer şey yolunda

Τέρμα λεωφορείων, στη μέση του πουθενά. Πες ότι λέγεται Καγίπ Σεχίρ –Χαμένη πόλη. Μόνο που δεν είναι καν πόλη. Ώρα 12 παρά κάτι. Καταμεσήμερο. (Πώς καταφέρνω πάντα να ταξιδεύω μες την ντάλα, ένα περίεργο πράγμα…). Ο σταθμός είναι βασικά τρία τροχόσπιτα, τοποθετημένα σαν Γ. Στη μια άκρη υπάρχει ένα καφενεδάκι. Ο Θεός να το κάνει, αλλά σερβίρει καφέ. Και δροσερό νερό. Τζενέτ. Παράδεισος, θα πει.

Ο ταμπής είναι στρουμπουλός, μεσήλικας, πρόσχαρος. Δείχνει άπειρη υπομονή με τα σπαστά μου τούρκικα και με μουντζώνει για να πει ότι θέλει 5 λίρες για τον καφέ και το νερό. «Βε μπιρ…» ψελλίζω, αλλά δεν θυμάμαι τη λέξη. Δείχνω με το δάχτυλο τους αναπτήρες πάνω στο τεζάχι. «Τσακμάκ» μου λέει συγκαταβατικά, σαν δάσκαλος. «Τσακμάκ» επαναλαμβάνω πειθήνια, σαν μαθητής. Τσακμάκι, βρε ζώον, βρίζω τον εαυτό μου και μάλλον σκέφτομαι δυνατά γιατί μου χαμογελάει πλατιά. «Τσακμάκ-Ι» ξαναλέει, τραβώντας το «Ι».

Μάλιστα. Ο Βόγλης και η πώς-την-έλεγαν στο Κορίτσια στον Ήλιο. Τον φαντάζομαι να με κυνηγάει στην αλάνα φωνάζοντας «στάσου μύγδαλα» και με πιάνουν τα γέλια. Γελάει κι αυτός μαζί μου. «Σοκάκ» χτυπάει το δάχτυλό του στο στήθος, «σοκάκι-Ι» συμπληρώνει δείχνοντας εμένα. «Κονάκ, κονάκ-Ι» του απαντάω κι εγώ και ξεκαρδίζεται, σαν μικρό παιδί. «Είδες, μιλάω Ελληνικά», μου κάνει θριαμβευτικά. Αμ έτσι, μιλάω κι εγώ Τούρκικα, λέω εγώ. Από μέσα μου. Απ’ έξω μου, απλώς χαμογελάω.

Βγαίνω και κάθομαι σε μια πλαστική καρέκλα. Ανάβω τσιγάρο με τον καινούργιο μου αναπτήρα κι ετοιμάζομαι να περιμένω μοιρολατρικά μια ώρα μέχρι να φύγει το λεωφορείο. Χαμένος στις σκέψεις μου, ακούω μια ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Κάτι πιάνει τ’ αυτί μου για «Ιζμίρ». Τελειώνω το τσιγάρο, σηκώνομαι να ρωτήσω τι τρέχει με τη Σμύρνη και βλέπω ένα λεωφορείο να κάνει όπισθεν για να φύγει. Το λεωφορείο που έχω ήδη φορτώσει τα πράγματά μου.

Δεν είναι δυνατόν. Η ώρα είναι μόλις 12. Το τσαλακωμένο μου εισιτήριο γράφει ξεκάθαρα 13.00. Γράφει και κάτι άλλα, αλλά δεν έδωσα σημασία, ούτε σκέφτηκα να ζητήσω διευκρινήσεις. Κι η χαριτωμένη υπάλληλος στο τουριστικό γραφείο –που μιλούσε απροσδόκητα καλά Αγγλικά- δεν μου είπε ότι «τα δρομολόγια υπόκεινται σε απροειδοποίητες αλλαγές» ή ότι οι ώρες αναχώρησης είναι για τα μάτια του κόσμου και στην πραγματικότητα οι οδηγοί φεύγουν όποτε τους καπνίσει.

Τρέχω στο γραφείο. «Αυτό ήταν το λεωφορείο για Σμύρνη;». Ναι, μου απαντάνε. "Μα είναι τα πράγματά μου μέσα! Κι εγώ είμαι απ’ έξω!». Λένε, λένε, λένε διάφορα που δεν έκανα καν τον κόπο να αποκρυπτογραφήσω, μόνο τους κουνάω το εισιτήριο σαν μπαϊράκι. «Μα εδώ λέει 13.00. Ον ιτς. Και τώρα είναι 12.00. Ον ικί». Αααααα. Σαν να κατάλαβαν. Όοοοοοοχι, ον ιτς φεύγει από το Ατασεχίρ. Από δω, φεύγει ον ικί. Γι’ αυτό σας είπαν από το γραφείο να είστε εδώ πριν τις δώδεκα. Ανλατινίζ μι; Και που κατάλαβα, τι κατάλαβα, χανιμεφέντιμ; Φασκελοκουκούλωστα.

«Σίμντι, νε γιαπαλίμ;». Τώρα τι γίνεται; Πολύ απλό. Αν ήμασταν στη Γερμανία, τίποτε απολύτως. Πρόβλημά σου, ας πήγαινες να κάνεις εντατικά στου Γκαίτε να συνεννοηθείς, πτωχέ τουρίστα. Εδώ που είμαστε όμως, κάνουμε τα εξής:

1. Παίρνουμε τον οδηγό στο κινητό του.
2. Του εξηγούμε ότι έχουμε έναν ηλίθιο τουρίστα (απτάλ μπιρ τουρίστ) που έχασε το λεωφορείο.
3. Εφόσον ο ίδιος ηλίθιος τουρίστας (άινε απτάλ μπιρ τουρίστ) έχει τα πράγματά του στις αποσκευές και θέλει ντε και καλά να πάει στη Σμύρνη, λέμε στον οδηγό να κάνει στην άκρη και να περιμένει.
4. Λαμβάνουμε τον ηλίθιο τουρίστα (απτάλ τουρίστ, τα είπαμε αυτά, μην τα ξαναλέμε), τον φορτώνουμε στο βανάκι για τις μεταφορές κυτίων και άλλων αντικειμένων.
5. Τρέχουμε σαν τρελοί να προλάβουμε το λεωφορείο που περιμένει με τα αλάρμ αναμμένα.
6. Γυρνάμε στον σταθμό και γελάμε μέχρι δακρύων, ως το τέλος της βάρδιας.

Ευτυχώς, το λεωφορείο ήταν σχεδόν άδειο. Γιατί οκτώ ώρες δρόμο, να με κοιτάνε 50 ζευγάρια μάτια και να χασκογελάνε με το πάθημά μου, δεν ξέρω αν θα το άντεχα. «Μεράκ έτμε» μου λέει καθησυχαστικά ο οδηγός. Μωρέ ας μην σε προλάβαινα και σου 'λεγα εγώ αν με ένοιαζε και μ' έκοφτε. Όχι τίποτε άλλο, αλλά πάνω στη φούρια μου, ξέχασα και τα τσιγάρα. Μαζί με τον καινούργιο αναπτήρα.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Οδοιπορικό

Δρόμος ατέλειωτος, μακρύς, φιδογυριστός. Άσφαλτος σκασμένη απ' τον ανελέητο ήλιο. Το λεωφορείο τραντάζεται σαν κονσερβοκούτι, καθώς διασχίζει αχανείς εκτάσεις με χωράφια, λόφους και μικρά ποτάμια που κάποτε μπορεί να κατέβαζαν νερό. Τώρα, μετράς τα βότσαλα στον βυθό τους. Ξηρασία. Ζέστη. Πέτρα κι άγονα βράχια. Ο Τούρκος δίπλα μου κοιμάται, με το κεφάλι γερμένο στο πλάι. Όταν τα τραντάγματα του λεωφορείου με φέρνουν κοντά του, μου 'ρχεται μια μυρωδιά από σουντζούκι και μπαχάρια. Όχι ακριβώς δυσάρεστη, αλλά… Βαριά. Ταγκή. Κι είναι νέος –όχι πάνω από 28-30; Ψηλός, για Τούρκος. Τα πόδια του δεν χωράνε στο κάθισμα και πιέζει με το γόνατό του το δικό μου. Φοράει μαύρο παντελόνι και πουκάμισο (μ’ αυτή τη ζέστη;), αλλά καφέ παπούτσια. Σκαρπίνια. Σαν αυτά που κοροϊδεύαμε παιδιά, όταν πηγαίναμε ταξίδι στην επαρχία.

Ο ουρανός απέραντος, ξεθωριασμένος από τη μεσημεριάτικη λαύρα. Πόσο πιο μακρινός δείχνει ο ορίζοντας όταν δεν υπάρχουν βουνά… Το τοπίο αδιάφορο. Ξερό, σκονισμένο, άχρωμο. Μπορεί να φταίει η ώρα. Μπορεί και η διάθεσή μου. Έχω βάλει μουσική για να μην ακούω τα μωρά που κλαίνε και τις μαντιλοφόρες μανάδες που τα μαλώνουν σε μια γλώσσα ακόμα άγνωστη. Η τηλεόραση που μου τάξανε δεν έχει σήμα μάλλον. Η εικόνα έχει παγώσει, στο πρόσωπο κάποιου άντρα που μοιάζει να μορφάζει από πόνο. Λες και θα καταλάβαινα τίποτε, ακόμα κι αν έπαιζε. Καλύτερα. Ένας θόρυβος λιγότερος.

Τα χωριά που περνάμε, θλιβερά. Φτωχικά σπίτια, ξιπόλητα παιδιά, άντρες με μουστάκι και ριγέ πουκάμισα (γιατί έχουν τόση αδυναμία στα ριγέ πουκάμισα στη Μέση Ανατολή;) και σκυθρωπές γυναίκες με μαντίλα. Κτήρια παλιά, παραμελημένα, με τοίχους που ξεφλουδίζουν και παράθυρα που χάσκουν. Μόνο τα τζαμιά είναι περιποιημένα. Αλίμονο. Σκελετωμένα δάχτυλα οι μιναρέδες, δείχνουν τον δρόμο για τη βασιλεία των ουρανών. Σε ποιον; Κανείς δεν δείχνει να νοιάζεται. Βράχνιασε ο μουεζίνης να καλεί τους πιστούς για προσευχή. Απόγευμα πήγε πια. Πείνασα. Η μπαγιάτικη μυρωδιά του διπλανού μου, άρχισε να μου φέρνει ναυτία. Ας κάνουμε μια στάση, κάπου, οπουδήποτε. Να κάνω ένα τσιγάρο τουλάχιστον.

Η ζέστη όταν βγαίνεις από το λεωφορείο, σε χτυπάει σαν γροθιά. Λεκέδες ιδρώτα ξεφυτρώνουν στον λαιμό μου, στο στήθος, στις μασχάλες μου. Ωραία. Τώρα θα μυρίζω κι εγώ σαν τους άλλους. Να που έγινα κιόλας ντόπιος. Τα μαλλιά μου κολλάνε στο σβέρκο, ο αναπτήρας γλιστράει στα δάχτυλά μου, το τσιγάρο μουλιάζει από τις στάλες του ιδρώτα, αλλά το ανάβω. Κι εισπνέω τον καπνό βαθιά, με κλειστά τα μάτια. Surgeon’s warning kiss my ass. (Τι κάνω εδώ; Τι δουλειά έχω εγώ εδώ; Γιατί δεν είμαι σε μια παραλία με τους φίλους μου ή έστω στο δροσερό μου διαμέρισμα; Πού πάω;).

Ανοίγω τα μάτια. Τίποτε δεν άλλαξε. Ο ατέλειωτος δρόμος, η σκασμένη άσφαλτος, τα σαραβαλιασμένα βανάκια με τα κρόσια στο παρμπρίζ και τα φορτηγά που γράφουν Allah korusun στην καρότσα. Ο Αλλάχ να φυλάει. Τα έρμα. Σαν εμένα.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

Son gun

Πάει, έφυγε το τραίνο, έφυγες και συ... Μες τη λαύρα του καλοκαιριού. Άφησες πίσω σου τον καύσωνα του Ιουλίου για να βρεις, τι; Σάμπως ξέρεις; Σάμπως αναρωτήθηκες ποτέ; Μόνο φεύγεις. Πάντα φεύγεις. Δεν διεκδικείς. Ποτέ. Αφήνεις τους άλλους να σε διεκδικούν κι εσύ, απλώς φεύγεις. Κι αφήνεις πίσω σου συντρίμμια. Κι αποκαΐδια. Δεν σου μυρίζει καμένο ξύλο; Κάπου έπιασε φωτιά πάλι. Στα μπατζάκια σου μάλλον.
Το παράθυρο ορθάνοιχτο, παρά τον κλιματισμό στο βαγόνι. Να σε φυσάει ο αέρας και να μην ακούς ούτε τις σκέψεις σου. Δεν την αντέχεις τη ζέστη. Σε αποσυντονίζει. Γιατί δεν μπορείς να την ελέγξεις, όπως το κρύο. Το χέρι απλωμένο πάνω στις γρίλιες του εξαερισμού. Μαυρισμένο απ' τον ήλιο. Παράξενο πράγμα. Στον ήλιο δεν κάθεσαι ποτέ. Σαν τις γριές, κυνηγάς τη σκιά. Πότε πήρες χρώμα; Το κομποσκοίνι σου έχει αφήσει ένα λευκό σημάδι στον καρπό. Σαν δεύτερο βραχιόλι. Ωραίο χέρι. Καλοφτιαγμένο, με τις φλέβες να πετάνε στη ράχη της παλάμης και στρογγυλά, μικρούτσικα νύχια. Παιδικά. Εσύ ξέρεις καλύτερα όμως. Τα μικρά νύχια δείχνουν κυνισμό. Σσσστ. Μην σ' ακούσει κανείς και το πει παραέξω.
Στον καθρέφτη δεν κοιτάζεσαι ποτέ. Δεν θέλεις να βλέπεις τον εαυτό σου. Δεν τον αναγνωρίζεις, γι' αυτό. Βλέπεις έναν ξένο. Έναν άγνωστο. Συγγνώμη κύριε, ποιος είστε, ένα πράγμα. Σπίτι σου καθρέφτη έχει μόνο στο μπάνιο. Μικρό, θαμπό, με έναν παλιομοδίτικο γλόμπο από πάνω. Πλένεις τα δόντια σου κάνοντας βόλτες στο διαμέρισμα. Χαζεύεις τηλεόραση, τσεκάρεις τα μηνύματά σου, μπαίνεις στο facebook. Στον νιπτήρα ποτέ. Μην τυχόν και πέσει το μάτι στο είδωλό σου. Και αναρωτηθείς πάλι, "έτσι είμαι"; "Έτσι με βλέπουν οι άλλοι"; "Εγώ γιατί νιώθω άλλος";
Ούτε φωτογραφίες βγάζεις. Κι αυτές που σου βγάζουν κλεφτά δεν τις κοιτάς ποτέ. Κι αν στις στείλουν με mail τις σβήνεις. Χωρίς να τις δεις. (Γι' αυτό άνοιξες τέντα το παράθυρο; Μην τυχόν και καθρεφτιστείς στο τζάμι;). Λες ότι δεν έχεις ανάγκη τις αντανακλαστικές επιφάνειες για να ταυτιστείς με τον εαυτό σου. Ότι καθρεφτίζεσαι στα μάτια των άλλων. Γι' αυτό δεν ασχολείσαι ποτέ με όποιον δεν ασχολείται μαζί σου. Γιατί στα δικά του μάτια, είσαι ασήμαντος. Αόρατος. Και πρέπει να είσαι σημαντικός, σωστά; Το κέντρο του ενδιαφέροντος. Μη σου πω και του σύμπαντος. Πόσο σου έχει κοστίσει αυτό; Να είσαι πάντα εύθυμος, ζωντανός, ευφυής, ετοιμόλογος, γοητευτικός; Δεν έρχονται στιγμές που το νιώθεις σαν αγγαρεία; Που πνίγεσαι από τον ρόλο του ζεν πρεμιέ; Κι οι ζεν πρεμιέ γερνάνε κάποτε, το ξέρεις; Πού να το ξέρεις; Δεν έχεις καθρέφτη να δεις το γκρίζο στα μαλλιά σου. Που θα γίνει λευκό μια μέρα. Και πώς θα το παίζεις γόης μετά;
Γι' αυτό φεύγεις; Για να αποφύγεις το αναπόφευκτο; Θα σε βρει εκεί που πας. Όπου πας. Όσο μακριά κι αν πας. Κι ας μιλάς μια άλλη γλώσσα, τότε. Πάντα στα Ελληνικά θα σκέφτεσαι. Και στα ελληνικά, η μοναξιά πονάει πιο πολύ.