Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Βροχή και σήμερα

Κι έπεφτε γκρίζα και θλιμμένη μια βροχή… Κι ένας ουρανός μουρτζούφλης, χωρίς ήλιο, χωρίς φως, μόνο σύννεφα μαύρα, γκαστρωμένα λες από νερό, χωρίς αρχή και τέλος, μια μάζα συμπαγής που ήρθε κι έκατσε πάνω στους λόφους της πόλης, της Πόλης της επτάλοφης, σαν την κατάρα του Γαλάτη, μια μουντάδα, ένα πλάκωμα, μια θολούρα να μην βλέπεις το Σκούταρι απέναντι, μόνο τα φώτα της γέφυρας του Βοσπόρου αχνοφαίνονται στο θάμπος, απόκοσμα, σαν διαστημόπλοιο που αιωρείται μεταξύ Ανατολής και Δύσης κι οι προβολείς των αυτοκινήτων που καθρεφτίζονται στη βρεγμένη άσφαλτο και στραβώνουν τους πεζούς σαν τρέχουν να φυλαχτούν από τη βροχή, τη γκρίζα, τη θλιμμένη, την ατέλειωτη.

Δυο βδομάδες τώρα βρέχει. Μούλιασε η πόλη, η Πόλη η εφτάλοφη, σάπισαν τα πεσμένα πλατανοφυλλα, πότισε το χώμα, λάσπωσαν οι δρόμοι και τα καλντερίμια. Δυο βδομάδες αυτό το μούχρωμα, που είναι πρωί και μοιάζει σούρουπο, το πλατάγιασμα του νερού πάνω στα τζάμια, στις στέγες, στα πεζοδρόμια. Το μαρτύριο της σταγόνας. Έρχεται η νύχτα και δεν το καταλαβαίνεις πια –τόσο πολύ συνήθισες το μισοσκόταδο. Τον μισό εαυτό σου μόνο δεν μπορείς να συνηθίσεις. Το ένα κομμάτι εδώ και τ’ άλλο στην Αθήνα. Θα γυρίσεις ξανά. Κάτι άφησες πίσω. Κάτι ξέχασες. Την καρδιά σου, ίσως;

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Bonfire of the vanities

Απομεσήμερο στο κέντρο. Σε μια πόλη που ακόμα γλείφει τις πληγές της, σαστισμένη μετά τις πυρκαγιές. Ο αέρας μυρίζει κάρβουνο κι ο βοριάς φέρνει στάχτες από τις καμμένες πλαγιές της Πεντέλης. Μόνο τα τζιτζίκια δεν πτοούνται. Τερετίζουν εκκωφαντικά μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, έχοντας χάσει κάθε αίσθηση χρόνου. Βραδάκια στη βεράντα, με θέα τον Στρέφη. Ποιος να μου το’ λεγε ότι στην καινούργια μου γειτονιά θα είχα περισσότερο πράσινο από τον Άγιο Στέφανο; Και σπιτικές μαργαρίτες. Ζήτημα να ‘χω βγει ένα βράδυ, από τότε που ήρθα. Ζήτημα επίσης να ‘χω μείνει μέσα ένα βράδυ, από τότε που ήρθα. Βγάζει νόημα αυτό; Για μένα, ναι.

Δεν με κρατάει το σπίτι. Αλλά δεν μου κάνει αίσθηση να βγω κιόλας. Νιώθω σαν τουρίστας στην πόλη που γεννήθηκα. Την πόλη που μεγάλωσα κι έλεγα ότι δεν θ’ άλλαζα ποτέ. Νιώθω ξένος στο σπίτι μου. Που δεν αισθάνθηκα ποτέ δικό μου, για να πω την αλήθεια. Μια προσωρινή στάση, ήταν. Δεν με φαντάζομαι να ζω εδώ. Ίσως γιατί ξέρω ότι θα ξαναφύγω. Σε δυο βδομάδες θα ξαναπάρω έναν απ’ όλους τους δρόμους που οδηγούν στην Πόλη. Και θα ξεπεζέψω εκεί. Για πόσο; Για όσο.

Μέχρι ν’ αρχίσουν πάλι να χοροπηδάνε τα κόκκινα γοβάκια μου. Σαν την Ντόροθι στον Μάγο του Οζ. Ταπ-ταπ-ταπ! Ώρα να φύγουμε, χτυπάνε με σήματα Μορς στη ντουλάπα. Δεν ξαπόστασες ακόμα; Σήκω να πάμε αλλού. Δεν σε κρατάει κανείς εδώ. Τίποτε εδώ. Αλλού είναι η μοίρα σου, μικρέ πρίγκιπα. Σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη. Πάρε το δισάκι σου στον ώμο και ξεκίνα, παράξενε ταξιδιώτη. Βάλε όνειρα κι ελπίδες στο ζεμπίλι, δέσε τις γωνιές και κρέμα το στο ραβδί σου. Κι άνοιξέ το χρόνια μετά, να δεις τι ήσουν και τι έγινες. Τι ήθελες και τι έκανες. Τι ονειρεύτηκες και τι ζεις.

Θα ‘χουν λιώσει άραγε τότε τα κόκκινα παπούτσια; Θα ‘χουν ξεθωριάσει, σίγουρα. Αλλά τα φθαρμένα τακούνια, μήπως θα ψιθυρίζουν ακόμα το μυστικό τους ξόρκι, ξεχασμένα σε κάποιο πατάρι; Follow the yellow brick road, little Dorothy. Little girl lost. Little boy lost. Little boy… Lost.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

Απομεινάρια μιας μέρας

Σέρτικος καπνός και σαπούνι. Και κολώνια Old Spice. Λένε ότι απ’ όλες τις αισθήσεις, η όσφρηση συνδέεται πιο στενά με τη μνήμη. Πού βρέθηκε αυτή η μυρωδιά από το παρελθόν; Ξυπνάω απότομα, σαν από όνειρο και κοιτάζω δίπλα μου. Στη θέση που ήταν ακόμα κενή όταν ξεκινήσαμε, κάθεται κάποιος. Με κοντό γενάκι κι αθλητική εφημερίδα. Κι αυτή τη μυρωδιά απ’ το παρελθόν. Ξανακλείνω τα μάτια κι αφήνω τις οσμές να με ταξιδέψουν. Εικόνες από τα παλιά περνάνε πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα, σαν τα βιού μάστερ που είχαμε παιδιά.

Μακριά δάχτυλα, χέρια καλλιτέχνη, με λεκέδες νικοτίνης στα νύχια. Μικρό, περιποιημένο μουστάκι και καλοξυρισμένα μάγουλα. Γραβάτα και γιλέκο, με αλυσίδα για το ρολόι. Μαλλιά κάποτε μαύρα, τώρα πασπαλισμένα μ’ αλάτι. Και τα μάτια μου. Σε ένα άλλο πρόσωπο, γερασμένο, με βαθιές γραμμές στο μέτωπο και τα μάγουλα. Δεν είμαι εγώ -κι όμως είμαι. Όπως θα γίνω κάποτε. Είχα ξεχάσει το πρόσωπό σου, παππού. Και να που μου το θύμισε ένας ξένος, σ’ έναν ξένο τόπο. Που μυρίζει σαν εσένα. Καπνό, σαπούνι και Old Spice.

Το θυμάμαι ακόμα το μπουκάλι. Βαρύ, αλαβάστρινο, με το καραβάκι και τα καλλιγραφικά, κόκκινα γράμματα. Έμπαινα κρυφά στο μπάνιο κι έβαζα στα χέρια μου, το ξέρεις; Ήταν σαν ταλκ. Όπως σου έκλεβα τα τσιγάρα. Κι έκανα ότι καπνίζω. Σαν εσένα. Γέλαγα, όταν τσακωνόσουν με τη μαμά. Κι έπαιρνα πάντα το μέρος σου. Ήμουν ο μόνος που δεν τον ενοχλούσαν οι ιδιοτροπίες σου. Τα σεντόνια δεν ήταν ποτέ αρεκτά κολλαριστά, τα πουκάμισα δεν εφάρμοζαν καλά κι ο γιακάς έχασκε στον λαιμό. Πώς να δέσεις τη γραβάτα; Θυμάσαι που έβαζες ένα βουναλάκι αλάτι στο πιάτο και βούταγες τις μπουκιές σου, πριν τις φας; «Έχει αλάτι το φαΐ, πατέρα» έλεγε η μαμά. Εσύ έκανες πως δεν άκουγες. Σ’ αυτό σου ’μοιασε η αδελφή μου. Εγώ, σ’ όλα τ’ άλλα.

Αν δεν ήσουν εσύ, μπορεί και να την πίστευα όταν έλεγε ότι με πήραν από τους γύφτους. Και τον κόσμο, που αναρωτιόταν σε ποιον έμοιασε αυτό το παράξενο, αδύνατο παιδί με τα τσιγγάνικα χρώματα και τα σχιστά μάτια. Το αγρίμι, που δεν ήθελε αγκαλιές και φιλιά και τραβιόταν όταν πήγαιναν να του χαϊδέψουν τα μαλλιά. Τα ίσια, ασιατικά μαλλιά. Σαν τα δικά σου. Που παίδευαν τους μπαρμπέρηδες γιατί έπεφταν πάντα μες τα μάτια μου. Αλλά η μαμά δεν τους άφηνε να μου τα κόψουν κοντά. Σαν κρόσια είναι, έλεγε. Σαν μεταξένια κρόσια. Τα μισούσα τα μαλλιά μου, παιδί. Ήθελα να είχα τα κατανόξανθα, σγουρά μαλλιά του μπαμπά. Και τα πράσινα μάτια του.

Αλλά έμοιασα σε σένα, παππού. Φτυστός, που λένε. Σε όλα σου. Και στην εμφάνιση και τον χαρακτήρα. Μόνο το όνομά σου δεν πήρα. Και σου ‘μεινε η πίκρα, που δεν με βγάλανε Δημήτρη. Και μένα, η πίκρα που έφυγες τόσο νωρίς. Τόσο αναπάντεχα. Ήμουν, πόσο; Δεκατεσσάρων; Δεκαπέντε; Καλοκαίρι ήταν. Ιούλιος μήνας. Μπήκες να κάνεις εγχείρηση καταρράκτη. Και δεν ξαναβγήκες ποτέ. Η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής πέθανε, που λένε. Ήρθαμε να σε δούμε, με τα γλυκά στο χέρι. Εγώ είχα βάλει κρυφά στην τσέπη τα τσιγάρα σου -κάπνιζαν ακόμα τότε στα νοσοκομεία. Κι εσύ είχες πεθάνει. Ξαφνικά, μες τη νύχτα. Με τους επιδέσμους ακόμα στο μάτι. Allah rahmet eylesin, που λένε εδώ. Ο Θεός να ρίχνει βροχή στο μνήμα σου.

Μπα σε καλό μου, σήμερα.

Δευτέρα, 03 Αυγούστου 2009

Φινάλε

Η μια ζεστή, ηλιόλουστη μέρα διαδέχεται την άλλη. Ίδιες. Απαράλλακτες μέσα στη χαύνωσή τους. Και τη φωνή του μουεζίνη, να μετράει τις ώρες. Με τα ίδια λόγια, τον ίδιο ολολυγμό, που τις νύχτες σε ξυπνάει απ’ τα ιδρωμένα όνειρά σου. Η πόλη ασθμαίνει στον Αυγουστιάτικο καύσωνα και στο αποπνικτικό μου δωμάτιο, οι τοίχοι μοιάζουν κάθε μέρα και πιο ροζ. Σήμερα, ας πούμε, έχουν το χρώμα του σολωμού.

Τα πιτσιρίκια στην αυλή σταμάτησαν το παιχνίδι. Παραδόθηκαν κι αυτά στη ζέστη. Όπως κι εγώ. Σταμάτησα πια να σκουπίζω τον ιδρώτα που τρέχει στο μέτωπο, στο στήθος, στην πλάτη μου. Γεύομαι την αλμυρή του γεύση κι ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα για να διώξω τις σταγόνες που μου μπαίνουν στα μάτια. Παραιτήθηκα. Το κάθε τι σ’ αυτή την πόλη με διώχνει μια ώρα αρχύτερα. Μετρώ τις μέρες μέχρι να φύγω.

Δεν θα κρατήσω πολλά από τη Σμύρνη. Ξένος ήρθα και σαν ξένος φεύγω. Προσπαθώ να βρω ίχνη της γοητείας που κάποτε πρέπει να είχε –μάταια. Προσπαθώ να δω την ομορφιά που μου λέγανε –μάταια. Τον κοσμοπολίτικο αέρα, το ευρωπαϊκό στιλ, τη ζωντάνια της τρίτης μεγαλύτερης πόλης της Τουρκίας… Μάταια. Δεν υπάρχει τίποτε. Τίποτε, πέρα από πολυκατοικίες που εξαπλώνονται σαν καρκινώματα σε κάθε λόφο, σε κάθε ακρογιαλιά, σε κάθε κόρφο που κάποτε μπορεί να ήταν γραφικός.

Τεράστια τσιμεντένια συγκροτήματα, ομοιόμορφα σαν κατάλοιπα του υπαρκτού σοσιαλισμού, ξεφυτρώνουν στα γύρω βουνά, ισορροπώντας επικίνδυνα στις πλαγιές. Το ελάχιστο πράσινο εξαντλείται στους καχεκτικούς φοίνικες των δρόμων και το κιτρινισμένο γρασίδι στις πελούζες του Κορντόν. Πιάνω τον εαυτό μου να κάθεται στην αποβάθρα του Κονάκ και να αγναντεύει τη θάλασσα. Ψάχνοντας τι; Την Ελλάδα; Μάταια και πάλι. Δεν φαίνεται από δω.

Τα χαμίνια του δρόμου βουτάνε στο λιμάνι για να δροσιστούν. Τα μαύρα τους μαλλιά αστράφτουν στην αντηλιά και το δέρμα τους γυαλίζει σαν μπακίρι, όπως σκαρφαλώνουν στα βράχια για να στεγνώσουν. Τα ζηλεύω. Ζηλεύω την ξενοιασιά τους. Την ανεμελιά και την αφέλειά τους. Ποιος άνθρωπος στα λογικά του, θα βούταγε σ’ αυτά τα νερά;

Νιώθω εξόριστος. Σαν φυλακισμένος που κοιτάει από τα κάγκελα του κελιού του την απεραντοσύνη του κόσμου. Χαζεύω τους γλάρους που ακολουθούν τα καραβάκια του Γκιουζέλ Γιαλί κι ασυναίσθητα τεντώνω το κορμί μου, σαν να θέλω να πετάξω κι εγώ. Να απλώσω τα φτερά μου και να φύγω. Και στο ’πα χαλασιά μου, στα ξένα να μην πας…
Και να μην πήγαινα, δηλαδή; Όλα για μένα, ξένα είναι. Παντού. Και πάντα. Εκτός από το σαράκι μου. Αυτό μου είναι γνώριμο. Το σαράκι που με τρώει μέρα-νύχτα, που δεν μ’ αφήνει να σταθώ πουθενά, να ξαποστάσω. Σαν τον οίστρο που έστειλε η Ήρα στην αγελάδα Ιώ να την παιδεύει, με τσιγκλάει συνέχεια, αλύπητα. Να φύγω, να αλλάξω, να κάνω κάτι άλλο, διαφορετικό, καινούργιο.

Σαν την Ιώ κι εγώ, διέσχισα τον Βόσπορο και βρέθηκα στην Ασία –να μιλάει άραγε ο μύθος για την εποίκιση της Ανατολής από Ελληνικά φύλα; Αλλά εμένα δεν με περίμενε ο Δίας, εδώ. Τον Ήφαιστο βρήκα και την πυρά των καμινιών του. Και το σαράκι μου ξύπνησε από τη χειμερία νάρκη του κι άρχισε πάλι να με ροκανίζει. Να φύγω, ν’ αλλάξω, να κάνω κάτι άλλο, διαφορετικό, καινούργιο.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

Πράξη δεύτερη

Dramatis personae, partum II.
Μανώλης (Εμανουέλ τον λένε εδώ), περήφανος για την κρητική καταγωγή του και ανυπόμονος να μιλήσει τα Τούρκικα, όπως μιλάει τα Ελληνικά. Μικρός στην ηλικία και το δέμας, νευρικός, υπερκινητικός, αγχώδης. Ξεκινάει να πει κάτι και μπερδεύεται τόσο, που στο τέλος απογοητεύεται και δεν λέει τίποτε. Χειρονομεί επικίνδυνα για τη σωματική ακεραιότητα των γύρω του και κοκκινίζει σε βαθμό αποπληξίας όταν η Ιβάνα γελάει μαζί του.

Ιβάνα, η Σέρβα Μόνικα Μπελούτσι. Ψηλή, χυμώδης, εντυπωσιακή, το είδος της γυναίκας που η γιαγιά μου θα έλεγε «θεωρητική» και ο παππούς μου «νταρντάνα». Μελαχρινή, με μάτια κάρβουνα κι ένα προκλητικό-περιπαικτικό ύφος που κάνει τους άντρες να την κοιτάνε σαν λουκούμι του Χατζή Μπεκίρ. Κουνάει τα χέρια της σαν πουλιά όταν μιλάει και μοιάζει να χαμογελάει με κάποιο δικό της μυστικό, σαν τη γάτα του Τσέσιρ από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων.

Μιλίτσα, το άλτερ έγκο της Ιβάνα και ταυτόχρονα ο αντίποδάς της. Μικροκαμωμένη και λεπτή, με μαλλιά τόσο ξανθά που σε βάζουν σε υποψίες και γατίσια μάτια. Όχι ακριβώς ωραία, αλλά… Πικάντικη. Τσαχπίνα. Έχει ακριβώς τόσα ψεγάδια, όσα χρειάζονται για να κάνουν το πρόσωπό της ενδιαφέρον. Φοράει πολύχρωμα φανελάκια το ένα πάνω στο άλλο, σαν διαφήμιση της Μπένετον και κοντές φουστίτσες. Στα διαλείμματα, με την Ιβάνα μου μαθαίνουν Σέρβικα κι ενθουσιάζονται με την προφορά μου. (Μήπως μαθαίνω λάθος γλώσσα;).

Μπογιάνα, η τελευταία από τις Τρεις Χάριτες του Βελιγραδίου. Μικρόσωμη, αν και πιο γεμάτη από τη Μιλίτσα, με μια λιονταρίσια χαίτη από σκούρα μαλλιά κι ελαφρώς γουρλωτά μάτια. Θα ήταν ωραία, αν είχε μικρότερη μύτη. Σοβαρή, μετρημένη, αποστασιοποιημένη από τις δύο συμπατριώτισσές της, ήρθε με υποτροφία και φαίνεται ότι σκοπεύει να την αξιοποιήσει. Μιλάει εξαιρετικά τούρκικα –τόσο που απορώ τι κάνει στην ίδια τάξη με μας τους υπόλοιπους.

Άλλη μια Όλγα, άλλη μια καλλονή από τη Λευκορωσία, με μακριά μαλλιά κι ατέλειωτα πόδια που σταυρώνει χαριτωμένα όταν κάθεται. Πιο γυναίκα από τη συνονόματή της, τονίζει με ρίμελ τα γαλάζια μάτια της και παίζει κοκέτικα με την ξανθιά αλογοουρά της. Αποτελεί την απόλυτη ενσάρκωση των αντρικών φαντασιώσεων, με βραχνή φωνή και σώμα πλασμένο για αμαρτίες. Όταν διαβάζει από το βιβλίο, χαϊδεύει αφηρημένα τον λαιμό της με τα ακροδάχτυλα και κάνει τον Μανώλη δίπλα μου να βαριανασαίνει.

Νάντια. Δεν είναι ακριβώς έτσι το όνομά της, αλλά έχει τόσα σύμφωνα που αυτή είναι η κοντινότερη φωνητική προσέγγιση. Σπουδάζει Αγγλική φιλολογία στο Μινσκ κι αντίθετα από τις συμπατριώτισσές της, έχει σκούρα χρώματα που προδίδουν Βογιάρικη ή Τατάρικη καταγωγή. Μιλάει με βαριά, ρώσικη προφορά, τραβώντας το τελευταίο φωνήεν της κάθε λέξης, σαν άπειρη ρεπόρτερ που βγαίνει για πρώτη φορά στην κάμερα. Ντύνεται με λουλουδάτα φορέματα και πουκάμισα με φουσκωτά μανικάκια, σαν τη Χάιντι.

Τέλος, ο Τζάρεντ ή κάπως έτσι. Πρόσφατη προσθήκη στο δυναμικό του τμήματος, είναι μάλλον μικροκαμωμένος για Νιγηριανός και μάλλον αναποφάσιστος για το μέλλον του. Θέλει να σπουδάσει ιατρική, αλλά το όνειρό του είναι να γίνει ή ποδοσφαιριστής ή ράπερ. (Τα μαθήματα επαγγελματικού προσανατολισμού στη Νιγηρία πρέπει να είναι χειρότερα κι από τα δικά μας). Το μόνο κοινό μας είναι ότι και οι δύο σκιτσάρουμε στο τετράδιο, όταν η Σέιντα χανίμ εξηγεί κάποιο δυσνόητο γραμματικό φαινόμενο: εκείνος ποδοσφαιριστές κι εγώ τη Μιλίτσα. Την Όλγα δεν τολμάω. Θα χρειαζόταν τουλάχιστον το ταλέντο ενός Λεονάρντο.

Κυρίες και κύριοι, παρακαλώ κλείστε τα κινητά σας. Η παράσταση αρχίζει.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Πράξη πρώτη

Η πολυκατοικία μου είναι γωνιακή, με δυο εισόδους. Λέγεται Ful Αpartmani, γιατί εδώ όλα τα κτήρια έχουν όνομα. Οι δρόμοι πάλι, όχι. Είναι αριθμημένοι, χωρίς καμιά εμφανή λογική ή σειρά. Εγώ, ας πούμε, μένω γωνία 1420 και 1428. Για να το πεις αυτό σε ταξιτζή, πρέπει να έχεις κάνει τουλάχιστον δυο μήνες εντατικά.

Στους δρόμους του Μανχάταν, λέει, προτίμησαν να δίνουν αριθμούς για να διευκολύνουν τους μετανάστες, που δεν ήξεραν τη γλώσσα. Όσο και να πεις όμως, πιο εύκολα σου έρχεται το twenty second street, παρά το bin dört yüz yirmi sekiz sokağı. Και yirmi sokak γωνία.

Το διαμέρισμα είναι στο επίπεδο του δρόμου. «Υπερυψωμένο ισόγειο», που γράφουν και στις αγγελίες. Μεγάλο. Όλα τα διαμερίσματα εδώ, είναι μεγάλα. Οι Τούρκοι μένουν με τους δικούς τους, μέχρι να παντρευτούν. Ή να μεταναστεύσουν –ό,τι έρθει πρώτο. Τα σπίτια λοιπόν, έχουν τη λογική της μεγάλης οικογένειας. Το δωμάτιό μου είναι βαμμένο ροζ κουφετί. Τοζ πεμπέ, που λένε οι ντόπιοι. Χρώμα που θυμίζει Μπάρμπι, τσιχλόφουσκες και κοριτσίστικα όνειρα.

Μ’ αφήνει παγερά αδιάφορο, καθώς δεν είχα ποτέ μου Μπάρμπι, αντιπαθώ τις τσιχλόφουσκες και δεν υπήρξα ποτέ κορίτσι –αν και ως παιδί, οι γύρω μου κατέβαλλαν φιλότιμες προσπάθειες να με πείσουν για το αντίθετο. «Κοριτσάκι, έχεις ώρα;», με ρωτούσαν οι περαστικοί στον δρόμο. «Τι όμορφο κοριτσάκι! Δικό σας είναι;» έλεγαν στη μάνα μου. Θυμάμαι μια φορά που πήγαμε όλος ο θίασος μαζί στο κομμωτήριο για να κουρευτεί η αδελφή μου. «Γιατί δεν τα κόβεις κοντά, σαν το άλλο κοριτσάκι;» της πρότεινε η κομμώτρια. Εγώ ήμουν το άλλο κοριτσάκι. Έφτασα στο σημείο να ξυρίζομαι από την Πέμπτη Δημοτικού, γιατί κάποιος μου είπε ότι έτσι θα βγάλω γένια γρηγορότερα.

Μέσα σ’ αυτούς τους ροζ μπονμπόν τοίχους λοιπόν, μετακόμισα βαλίτσες, βιβλία και την γκρίζα μου διάθεση. Το παράθυρο βλέπει στον ακάλυπτο, που τα απογεύματα μετατρέπεται σε παιδότοπο για την πιτσιρικαρία του Φουλ Απαρτμανί Νο 9. Και βιλαέτι του μικρόσωμου, αεικίνητου Αλή. Του αρχηγού της συμμορίας. Παίζαν οι μικρότεροι, κλέφτες κι αστυνόμους κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ… Η οποία υπήρξε στ’ αλήθεια. Δούλευε λουστράκι στην πλατεία Βικτωρίας και πέθανε από πείνα στην Κατοχή. Μόνο το στιχάκι έμεινε, σαν απόηχος μιας Αθήνας που λίγοι θυμούνται πια. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος κι ο πατέρας μου, ίσως.

Το νέο μου σπίτι είναι ζεστό, φασαριόζικο, ψυχεδελικά πολύχρωμο, αλλά κεντρικό. Η συγκάτοικός μου νέα, πρόσφατα χωρισμένη, λίγο καταθλιπτική και πολύ έγκυος. Τις μισές μέρες μένει στους δικούς της, σ’ ένα χωριό έξω από το Κουσάντασι. Τις άλλες μισές, κοιμάται ως το μεσημέρι και τα βράδια μαζεύονται οι φίλες της να της κάνουν παρέα. Δεν βλεπόμαστε σχεδόν ποτέ. Πράγμα που με βολεύει αφάνταστα. Μόνο που δεν μπορώ να κυκλοφορώ στο σπίτι με τα σώβρακα.

Αρχίζω να μαθαίνω τα κατατόπια. Ευθεία μέχρι το νοσοκομείο, αριστερά στο κτήριο της TRT, όλο ίσια μέχρι την Ταλάτ Πασά και δεξιά στον πεζόδρομο της Κιμπρίς Σεχιτλερί. Των θυμάτων της Κύπρου. Όπου βρίσκεται το παράρτημα του πανεπιστημίου της Άγκυρας. Σύμπτωση; Ή τραγική ειρωνεία;

Η Κιμπρίς είναι μια μικρή Ερμού. Εμπορικά και φαγάδικα λογής-λογής στριμώχνονται σε οκτακόσια-τόσα μέτρα δρόμου. Δεξιά κι αριστερά (εκατέρωθεν θα έγραφα, αν ήμουν λόγιος ή ο φίλος μου ο Τζίμι) απλώνονται ακτινωτά καλντερίμια, στενά, σκιερά και γεμάτα μαγαζάκια για φαΐ, ποτό, καφέ, ναργιλέ ή τάβλι. Η τέλεια φοιτητική συνοικία. Το ιδανικό μέρος για χάζι.

Όλος ο κόσμος κάποια στιγμή περνάει από δω: βιαστικοί γιάπηδες με λάπτοπ, καλοντυμένες γυναίκες που παραπαίουν με τα τακούνια τους στο γλιστερό πλακόστρωτο, μαθητές που σκοτώνουν τις ώρες των διακοπών τους, νοικοκυρές με τσάντες από ψώνια, μουσουλμάνες τυλιγμένες σαν σαρμάδες μες τον καύσωνα, μαυριδεροί άντρες με φανταχτερά πουκάμισα που μπροστά τους, το σπίτι μου μοιάζει μουντό κι άχρωμο…

Και φυσικά, εμείς. Οι φοιτητές του τμήματος εκμάθησης τουρκικών για ξένους. Yabancı için dil eğitimin bölümü. Αν καταφέρεις να το πεις αυτό μονοκοπανιά, σε βάζουν κατευθείαν στους προχωρημένους. Εγώ κόμπιασα. Κι έμεινα στο Ορτά τεμέλ. Στο μεσαίο επίπεδο. Μαζί με τρεις Λευκορωσίδες, τρεις Σέρβες, μια Νορβηγίδα, την αναπόφευκτη Αμερικάνα, έναν ακόμα Έλληνα, έναν Ούγγρο κι έναν Νιγηριανό. Δώδεκα Απόστολοι, ο καθένας με τον πόνο του.

Dramatis personae. Κατά σειρά εμφανίσεως ή μάλλον, κατά σειρά θέσεως στο μεγάλο Π που σχηματίζουν τα θρανία γύρω από την έδρα. Αντάμ, ο Μαγιάρος διανοούμενος, με κοκκάλινα γυαλιά, σκουλαρίκι στο φρύδι, στενά, γελαστά ματάκια και πλατύ, παιδικό χαμόγελο. Βαρύ σώμα, ανάλαφρη διάθεση. Μιλάει τα τούρκικα αργά, διστακτικά, κιναισθητικά, με λίγες λέξεις και πολλές χειρονομίες.

Όλγα, η νύμφη του Δνείπερου ποταμού, βγαλμένη λες από πίνακα του Μποτιτσέλι. Αγγελικά όμορφη, με μια συστολή που διαψεύδει τα είκοσί της χρόνια και χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε φρούτα και λουλούδια. Μιλάει σιγανά, προσεκτικά, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο πρόσωπο, κοιτώντας πάντα –και μόνο- την καθηγήτρια. Χαμογελάει σπάνια, μιλάει ακόμα σπανιότερα και δεν μοιάζει να έχει συναίσθηση της ομορφιάς της, πράγμα που την κάνει ακόμα πιο γοητευτική.

Μόνα, η Σκανδιναβή τουρίστρια που ερωτεύτηκε τη χώρα κι αποφάσισε να εγκαταλείψει την προβλέψιμη Νορβηγία και να εγκατασταθεί στην απρόβλεπτη Ανατολή. Ψηλή, αδύνατη, μάλλον άχαρη, με πρόωρα γκριζαρισμένα μαλλιά και λευκό δέρμα γεμάτο κοκκινίλες από τον ήλιο. Πάντα άβαφη, ατημέλητη, μιλάει μονότονα, ανέκφραστα, αλλά σωστότερα απ’ όλους. Θα ήταν τελείως αδιάφορη, αν δεν είχε αυτά τα υπέροχα, σχεδόν βιολετιά μάτια.

Μισέλ, η κλασική Αμερικανίδα, με το ωραίο πρόσωπο και το άσχημο σώμα. Ζει στη Σμύρνη εδώ κι ένα χρόνο, αλλά δεν έχει αποβάλλει ακόμα την ισοπεδωτική προφορά των μεσοδυτικών πολιτειών. Μιλάει άνετα, αλλά θες διερμηνέα να την καταλάβεις, γιατί νομίζεις ότι τα λέει στ' Αγγλικά. Κουβαλάει τα παραπανίσια κιλά της με την αδιαφορία γυναίκας που έχει αποδεχτεί τον εαυτό της –ή έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια. Και τα τροφοδοτεί σε κάθε διάλειμμα με γεμιστά μπισκότα σοκολάτας.

Εγώ, ο περιπλανώμενος Έλληνας, που ήρθα στην Τουρκία για να ξεφύγω απ’ τον εαυτό μου κι ανακάλυψα ότι τον κουβάλησα μαζί μου, σαν λαθρεπιβάτη. Μεγαλύτερος σε ηλικία απ’ όλους, αλλά τόσο ετοιμόλογος, τόσο αυθόρμητος, τόσο… Τόσο ανώριμος, ίσως; Ο αιώνιος τυχοδιώκτης, ο άνθρωπος που πάντα έφευγε, χωρίς να φτάνει πουθενά. Ο Οδυσσέας του Καβάφη, που δεν βιάζεται να επιστρέψει στην Ιθάκη. Νεότερος από τα χρόνια μου, κάποτε ωραίος, τώρα βαρύτερος, γκριζαρισμένος, σκιά του ζεν πρεμιέ που υπήρξα άλλοτε. Αντίθετα από την Μισέλ, μιμούμαι εξαιρετικά την προφορά, αλλά δεν μπορώ να συντάξω σωστά ούτε μια παραγγελία στο εστιατόριο.

Διάλειμμα για διαφημίσεις. Η δεύτερη πράξη μετά το κουδούνι.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Το στοιχειό του τόπου

Μικρό, παραδοσιακό μπαρμπέρικο, χωμένο κάπου στα στενά του Αλσαντζάκ. Της παλιάς ελληνικής συνοικίας. Μιας από τις πολλές. Ογδόντα τόσα χρόνια μετά και δεν κατάφερε ακόμα να γίνει αμιγώς τούρκικη. Θες οι μνήμες, θες τα διώροφα με τα ξύλινα καφασωτά, που αποδείχτηκαν πολυέξοδα για τους εποίκους, θες οι εκκλησιές που φυλάνε τις εισόδους των στενών, έρημες πια, αλλά βλοσυρές με τα ανήλιαγα παράθυρα και τα επιβλητικά καμπαναριά…

Ή τα φαντάσματα. Οι εφιάλτες. Οι σκουριές στις σιδεριές, που το σούρουπο θυμίζουν ξεραμένο αίμα. Ο αέρας που σφυρίζει μέσα απ’ τα σπασμένα τζάμια και θροΐζει τα πεσμένα φύλλα στις αμπαρωμένες αυλές. Κι ώρες-ώρες μοιάζει σαν θρήνος. Θρήνος γι’ αυτά που ήταν. Γι’ αυτά που έγιναν. Γι’ αυτά που δεν είναι πια. Οι μαχαλάδες θυμούνται ακόμα. Κάποια μέρη έχουν τη δική τους μνήμη.

Ο μουστερής, Έλληνας. Ο μπαρμπέρης, Τούρκος. Σμυρνιός μάλλον, αν κρίνεις από τα μάτια του. Ανάμεσά τους αιώνες έχθρας, πολέμων, σφαγών. Κι ένα ξυράφι. Γυαλιστερό, ακονισμένο, γυμνό. Σαν τον λαιμό του Έλληνα. Ιστορική ειρωνεία. Πριν έναν αιώνα περίπου, αυτή η σκηνή θα κατέληγε αλλιώς. Μέσα στα αίματα. Τώρα, το μοναδικό αίμα είναι η μια σταγόνα που έτρεξε από το σαγόνι μου στο ξύρισμα κι ο μπαρμπέρης βιάστηκε να τη σταματήσει με στύψη.

Έρχονται στιγμές που γελάω με τα παιχνίδια της φαντασίας μου. Κι άλλες πάλι, που τρομάζω. Σαν παιδί που τρέμει το σκοτάδι. Κι εδώ, το σκοτάδι με φοβίζει. Με κάνει να κοιτάω πίσω από τον ώμο μου, σαν να ακούω πατημασιές.

Ξέρω κάποιο στενό που δεν βλέπει ουρανό… Είναι ένα συγκεκριμένο στενό, εδώ στη Σμύρνη. Δεν διαφέρει πολύ απ’ τα άλλα. Το καλντερίμι του έχει δει καλύτερες μέρες και τα σπίτια του καλύτερες εποχές. Στη μια πλευρά, η μάντρα της εκκλησίας και στην άλλη μια σειρά αρχοντικά, ξασπρισμένα από τον ήλιο τόσων χρόνων, ρημαγμένα κι έρημα. Εικόνα παγωμένη στον χρόνο. Για κάποιο λόγο, τα βήματά μου με φέρνουν συνέχεια εδώ.

Όπου κι αν στρίψω, όπου κι αν θέλω να βγω, θα βρεθώ σ’ αυτό το μοναχικό δρομάκι. Η φασαρία της μεγαλούπολης λες και δεν φτάνει ως εδώ. Ο κόσμος λες και το αποφεύγει επίτηδες. Είναι πάντα ερημικό. Και ήσυχο. Αναπάντεχα, ανεξήγητα, ανατριχιαστικά ήσυχο. Οι ασπριδεροί τοίχοι, τα άδεια παράθυρα, οι ξεκούφωτες πόρτες κάνουν τα σπίτια να μοιάζουν με κρανία, στο φεγγαρόφωτο. Περπατάω στην άκρη, σύριζα με τη μάντρα. Ποτέ στη μέση. Λέω ότι το κάνω γιατί είναι επικίνδυνο να πλησιάζεις τα ετοιμόρροπα κτήρια, να, δεν βλέπεις που πέφτουν τα κεραμίδια; (Και γι’ αυτό κοιτάς αλαφιασμένος πίσω σου; Γι’ αυτό η καρδιά σου σταματάει με κάθε κρότο;).

Τι είναι αυτό; Ρίγη; Μες τον καύσωνα; Γιατί ανατρίχιασες, μου λες; Βιάσε το βήμα σου να φύγεις από δω. Κάτι κακό συνέβη εδώ πέρα. Πολύ κακό. Βουρκώνουν τα μάτια μου. Γιατί; Είναι τυπική αντίδραση φόβου αυτή; Κοντεύω να βάλω τα κλάματα –και δεν ξέρω καν γιατί. Κοιτάζω τα μαρμάρινα σκαλοπάτια κι ολόκληρα αποσπάσματα από τα Ματωμένα Χώματα έρχονται στο μυαλό μου. Ποιον να έσυραν άραγε εδώ; Ποιον βασάνισαν, ποιον έσφαξαν, ποια κοπέλα να βίασαν σ’ αυτές τις σκάλες; Το λούκι θα γέμισε αίματα. Το μάρμαρο ποτίζει απ’ το αίμα. (Το ξέρεις γιατί θυμάσαι τη σκάλα του σπιτιού σου, παιδί, τότε που έπεσες κι έσπασες τη μύτη σου. Το αίμα δεν ξέβαψε ποτέ. Έμεινε πάντα ένας λεκές, σαν σκουριά).

Τι ν’ απέγιναν άραγε οι νοικοκυραίοι; Να σώθηκαν κάποιοι; Να γλίτωσαν; Κι οι Τσέτες που τους σκότωσαν, τιμωρήθηκαν ποτέ; Μπα. Δεν θα στοίχειωνε το δρομάκι τότε. Θα είχαν βρει ανάπαυση οι ψυχές. Και τα σπίτια δεν θα ‘μοιαζαν με γυμνά κρανία στο φεγγαρόφωτο. Το καλντερίμι δεν θα αντηχούσε από αόρατα βήματα. Κι ο αέρας δεν θα σφύριζε στις ρημαγμένες στέγες…